Ο ΕΛΛΗΝΑΣ ΠΟΥ ΤΑΪΖΕΙ ΜΟΥΣΑΚΑ ΤΟΥΣ ΕΣΚΙΜΩΟΥΣ

Της Κέλλυς Φαναριώτη

Κάποιοι λένε ότι μία από τις εθνικότητες που μπορεί να συναντήσει κανείς σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης είναι η ελληνική. Πολλοί ίσως να θεωρούν τραβηγμένη αυτή την άποψη, ενώ άλλοι μπορεί να γελούν και μόνο στο άκουσμά της. Το τελευταίο, δε, μέρος στον κόσμο που θα περίμενε κανείς να ακούσει τους ήχους της ελληνικής μουσικής και να απολαύσει όλες τις παραδοσιακές συνταγές της κουζίνας μας είναι σίγουρα η Αλάσκα. Κι όμως, ανάμεσα στα παγωμένα βουνά και τις πολικές θερμοκρασίες της πόλης Φέρμπανκς, ξεπροβάλλει το στέκι του Μπάμπη. Πρόκειται για το ελληνικό εστιατόριο του μοναδικού Ελληνα κατοίκου της περιοχής.  Σε ένα μεγάλο νεοκλασικό κτίριο, ο κ. Μπάμπης Νικολαΐδης υποδέχεται καθημερινά τους ντόπιους και τους μυεί στα μυστικά των αυθεντικών ελληνικών γεύσεων, ενώ στον εξωτερικό χώρο του μαγαζιού έχουν τοποθετηθεί ηχεία που παίζουν καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας ελληνική μουσική, προσκαλώντας με τον τρόπο αυτό τους επισκέπτες της πόλης.

Η ΑΡΧΗ. Η ξενιτιά για τον κ. Νικολαΐδη ήρθε στην τρυφερή ηλικία των 14 ετών, όταν αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Ελασσόνα και να μετακομίσει μαζί με την οικογένειά του στον Καναδά, όπου και τελείωσε το σχολείο. Εν συνεχεία επέλεξε ως μόνιμο τόπο διαμονής το Φέρμπανκς της Αλάσκας, διότι, όπως λέει, του θύμιζε πολύ την Ελλάδα. «Οταν ήρθα εδώ, οι κάτοικοι με αγκάλιασαν και με υποστήριξαν με κάθε τρόπο, παρ’ όλο που ήμουν από τότε ο μοναδικός Ελληνας στην περιοχή», λέει τονίζοντας πως το άνοιγμα ενός εστιατορίου φάνταζε η μόνη επαγγελματική του διέξοδος. «Αγαπούσα από πολύ μικρός αυτή τη δουλειά, καθώς δούλευα στο πλευρό του θείου μου στην Καβάλα πριν μεταναστεύσω στην Αμερική. Ηταν το μόνο πράγμα που ήξερα και μου άρεσε τόσο πολύ να κάνω, ώσπου πήρα την απόφαση να ανοίξω εδώ ένα ελληνικό εστιατόριο», συνεχίζει.

ΟΙ ΣΠΕΣΙΑΛΙΤΕ. Οταν ανακοίνωσε την ιδέα του μαγαζιού σε φίλους και γνωστούς, πολλοί προσπάθησαν να τον αποτρέψουν, καθώς πίστευαν πως ο κόσμος εκεί δεν θα ενδιαφερόταν για τις συνταγές της χώρας μας. Εκείνος, όμως, δεν τους άκουσε και προχώρησε, διαψεύδοντάς τους πανηγυρικά. «Το μαγαζί λειτουργεί έντεκα χρόνια και πηγαίνει πάρα πολύ καλά. Οι κάτοικοι της Αλάσκας αγάπησαν την ελληνική κουζίνα διότι ξεφεύγει από τα τυποποιημένα αμερικανικά πιάτα», αναφέρει ο Νικολαΐδης. Τη μεγαλύτερη ζήτηση στο μαγαζί του έχει η χωριάτικη σαλάτα και ακολουθεί ο μουσακάς, η μελιτζανοσαλάτα, το τζατζίκι και τα καλαμάρια. «Για τους κατοίκους της Αλάσκας η ελληνική κουζίνα έχει εξωτικά χαρακτηριστικά. Το ελαιόλαδο, οι τηγανητές μελιτζάνες, ακόμη και η φέτα είναι προϊόντα που δεν μπορεί κανείς να βρει εύκολα στους παγωμένους τόπους της περιοχής», υπογραμμίζει.

Η είσοδος του εστιατορίου.

Η ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗ. Οπως εξηγεί στα «ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ» ο κ. Νικολαΐδης, η καθημερινότητά του στην Αλάσκα δεν έχει καμία σχέση με τον τρόπο ζωής των Ελλήνων. Σε αυτό συμβάλλουν όχι μόνο οι πολικές θερμοκρασίες (τον χειμώνα ο υδράργυρος πέφτει στους μείον 40 βαθμούς Κελσίου), οι πολικές νύχτες και ημέρες (έξι μήνες διαρκεί η μέρα και άλλους έξι η νύχτα), αλλά και ο σύγχρονος τρόπος ζωής των ντόπιων. «Τα πράγματα εδώ είναι αρκετά διαφορετικά σε πολλά επίπεδα. Σε ό,τι έχει να κάνει με τη διασκέδαση, για την οποία φημίζονται οι Ελληνες, τα μαγαζιά απαγορεύεται να σερβίρουν αλκοόλ μετά τις 3 το πρωί, αν και οι θαμώνες γυρίζουν στα σπίτια τους αρκετά νωρίτερα. Γενικότερα, οι κάτοικοι εδώ εργάζονται σκληρά, έχουν καλές δουλειές και οικονομική άνεση και οι βραδινές τους εξορμήσεις τελειώνουν γύρω στις 12 με 1 το βράδυ», μας λέει.

Αν και αγαπά πολύ την πατρίδα του και την επισκέπτεται δύο φορές τον χρόνο, προς το παρόν το ενδεχόμενο να γυρίσει μόνιμα πίσω φαντάζει πολύ μακρινό. Οπως επισημαίνει, ενημερώνεται καθημερινά για όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα και νιώθει οργή τόσο για το πολιτικό προσωπικό της χώρας όσο και για τους ψηφοφόρους. «Οσα βλέπω να διαδραματίζονται στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια με παραπέμπουν σε τριτοκοσμικές χώρες. Με ενοχλεί η έλλειψη δικαιοσύνης και η ατιμωρησία των πολιτικών, που μπορούν να κάνουν ελεύθερα όποια παράνομη πράξη θέλουν, χωρίς κυρώσεις. Πιο πολύ, όμως, κατηγορώ όσους Ελληνες ψηφίζουν με ωφελιμιστικά κριτήρια», αναφέρει.

Του ζήτησε δουλειά 62χρονος από Αθήνα

Ο βαθμός απελπισίας των άνεργων Ελλήνων προκαλεί μεγάλη εντύπωση στον κ. Μπάμπη Νικολαΐδη, αφού λαμβάνει ανά τακτά χρονικά διαστήματα πολλά τηλεφωνήματα προκειμένου να προσλάβει στο μαγαζί του σερβιτόρους. «Ο κόσμος είναι τόσο εξαθλιωμένος, που είναι έτοιμος να μεταναστεύσει στην παγωμένη Αλάσκα για μια θέση σερβιτόρου», λέει. Ενδεικτική είναι, μάλιστα, η περίπτωση ενός 62χρονου από την Αθήνα που του τηλεφώνησε πριν από περίπου έναν μήνα ζητώντας του δουλειά. «Δεν θα συμβούλευα κάποιον να μεταναστεύσει εδώ. Η οικονομική κατάσταση είναι σαφώς καλύτερη σε σχέση με την Ελλάδα, αλλά υπάρχουν πολλές αντικειμενικές δυσκολίες, ειδικότερα για έναν μεγάλο άνθρωπο», συμπληρώνει ο ίδιος. Σύμφωνα με τον κ. Νικολαΐδη, τα ιδανικότερα μέρη για μετανάστευση στην Αμερική είναι η Νέα Υόρκη, το Σικάγο, η Βοστώνη και το Λος Αντζελες. «Πρόκειται για πολιτείες με πολύ μεγαλύτερο πληθυσμό, με γνώριμο κλίμα για τους Ελληνες και με πολλές ελληνικές κοινότητες», καταλήγει.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s